Femina Focus
30 Ιανουαρίου 2026

Ημερολόγιο

Συνεπιμέλεια: όταν ο νόμος αγνοεί την πραγματικότητα

Τις τελευταίες μέρες άνοιξε ξανά έντονη συζήτηση γύρω από το οικογενειακό δίκαιο, με αφορμή την πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 1536 ΑΚ.

Τι προβλέπει η τροποποίηση

Με την τροποποίηση αυτή προβλέπεται η μεταρρύθμιση μίας οριστικής πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, δηλαδή η αλλαγή των όρων που ρυθμίζουν  την επιμέλεια ή/και την επικοινωνία ανηλίκου, ακόμη κι αν έχει ήδη ασκηθεί έφεση και δεν έχει εκδοθεί ακόμη η απόφαση του Εφετείου. Την αλλαγή των όρων μπορεί να τη ζητήσει ο γονέας που άσκησε την έφεση ή ο αρμόδιος εισαγγελέας, την αποφασίζει το ίδιο δικαστήριο που έβγαλε την αρχική απόφαση, έχει προσωρινό χαρακτήρα και ισχύει μέχρι να κριθεί η έφεση. Σύμφωνα, δε, με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η αλλαγή αυτή αποφασίζεται μόνο όταν κριθεί αναγκαία για το συμφέρον του παιδιού, ώστε να αντιμετωπίζονται έγκαιρα πρακτικές δυσκολίες ή νέα δεδομένα που επηρεάζουν τη ζωή του.

Η διάταξη αυτή έχει ήδη προκαλέσει την αντίδραση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, όσον αφορά τη δικονομική της εγκυρότητα.

 

Νέα η διάταξη παλιά η προβληματική

Για τη ΧΕΝ Ελλάδος, η συζήτηση αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο, με τον πιο επιτακτικό τρόπο, την προβληματική του Νόμου 4800/2021, του νόμου που ορίζει τη συνεπιμέλεια των παιδιών ως υποχρεωτικό κανόνα. Μια προβληματική που αναδεικνύεται από τις γυναικείες οργανώσεις και επισημαίνεται από διεθνείς φορείς[1], με συστάσεις προς την Ελλάδα[2], που αντιπροτείνουν την ατομική αξιολόγηση κινδύνου και την προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας.

Η εύρυθμη συνεργασία των γονέων μετά τον χωρισμό είναι, αυτονόητα, η ιδανική συνθήκη καθώς όταν υφίσταται, υπηρετεί πράγματι το συμφέρον του παιδιού. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή του νόμου αυτού την αντιμετωπίζει ως δεδομένο κανόνα, γεγονός που δεν ισχύει για το σύνολο των περιπτώσεων.

Συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, το συμφέρον του παιδιού δεν ταυτίζεται με την πρόθεσή αυτή του νόμου. Έτσι, καθώς οι ποινικές διαδικασίες συχνά καθυστερούν- μέχρι δηλαδή να υπάρξει δικαστική απόφαση για τα περιστατικά βίας- πολλές γυναίκες–θύματα ενδοοικογενειακής βίας αναγκάζονται να διατηρούν επαφή με τον κακοποιητή τους, παρότι υπάρχουν εύλογες ανησυχίες για την ασφάλεια τόσο της δικής τους όσο και του παιδιού.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κακοποιητής πατέρας μπορεί να αξιοποιεί ως «όχημα» την επίκληση του «βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού», για να συνεχίζει τον έλεγχο και τον εκφοβισμό της μητέρας, προβαίνοντας  από αιφνιδιαστικές αλλαγές σε ραντεβού και παραδόσεις/παραλαβές του παιδιού, μέχρι και σε διαρκείς απαιτήσεις και καταγγελίες για δήθεν «μη συμμόρφωση» της μητέρας,  συντηρώντας έτσι ένα σταθερό κλίμα φόβου και αστάθειας. Η μητέρα -θύμα εξαναγκάζεται στη διατήρηση ενός μόνιμου διαύλου επικοινωνίας με τον κακοποιητή της, ο οποίος μπορεί να μετατρέπει κάθε πρακτική ανάγκη του παιδιού σε πεδίο πίεσης.

Και όλα αυτά δεν είναι θεωρητικές προσεγγίσεις. Οι γυναικείες οργανώσεις γνωρίζουν ότι αποτυπώνονται στην καθημερινότητα πολλών γυναικών και των παιδιών τους, όπως αυτή μιας μητέρας- θύμα ενδοοικογενειακής βίας, που είχε την επιμέλεια των δύο παιδιών της και αναγκάστηκε να μετακομίσει σε άλλη πόλη, διαπιστώνοντας ότι δεν μπορούσε να τα εγγράψει στο νέο τους σχολείο, επειδή απαιτούνταν η συγκατάθεσή του «άφαντου» και αμέτοχου κατά τ’ άλλα πατέρα.

 

Τι είναι σημαντικό να γίνει

Γι’ αυτούς τους λόγους, αντί για αποσπασματικές παρεμβάσεις και «μπαλώματα» πάνω σε έναν Νόμο, που αποδεδειγμένα παράγει νέες συγκρούσεις, χρειάζεται μια συνολική θεσμική προσέγγιση. Πρέπει επιτέλους να εξεταστεί σοβαρά και να ικανοποιηθεί το χρόνιο, πάγιο αίτημα τόσο των γυναικείων οργανώσεων όσο και σημαντικού μέρους του νομικού κόσμου για τη δημιουργία  Οικογενειακών Δικαστηρίων, με στόχο την ενιαία εκδίκαση όλων των οικογενειακών διαφορών των ίδιων διαδίκων (διαζύγιο, διατροφή, επιμέλεια), αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο αποσπασματικές κρίσεις από διαφορετικούς δικαστές.

Απαιτείται λοιπόν, μία ανοιχτή διαδικασία, κατά την οποία όλα τα εμπλεκόμενα μέρη: δικηγόροι, δικαστές, εισαγγελείς, γυναικείες οργανώσεις, υπηρεσίες προστασίας του παιδιού θα ανταλλάξουμε δεδομένα, εμπειρία και γνώση, για να επανασχεδιάσουμε το νομικό πλαίσιο θέτοντας ως πρωταρχικό κανόνα την ασφάλεια και τον συμφέρον του παιδιού, αλλά και των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η ΧΕΝ Ελλάδος, δηλώνει παρούσα και στη διάθεση των αρμόδιων αρχών και των εμπλεκόμενων φορέων, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα νομικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει ουσιαστικά την προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας.

 

Όλγα Γκίνη
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω│ Πρόεδρος Επιτροπής Υποψηφιοτήτων ΠΧΕΝ│ Ταμίας Διοικούσας Επιτροπής ΧΕΝ Ελλάδος │ad hoc Σύμβουλος Συνηγορίας ΧΕΝ Ελλάδος
 
Πέννυ Τσώνη
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω │ Νομική Σύμβουλος Κοινωνικής Υπηρεσίας & Συντονίστρια δράσεων εξειδικευμένων υπηρεσιών ΧΕΝ Ελλάδος

 

[1] https://digitallibrary.un.org/record/4020540?v=pdf#files

[2] https://rm.coe.int/grevio-s-baseline-evaluation-report-on-legislative-and-other-measures-/1680ad469d

Share the story: